e15.2d Vokabeln

GriechischZusatz1/FuturZusatz2/AoristZus3/PerfektDeutschFremdwort#
παντελής, ές Adv.: παντελῶςs. τέλος ganz vollendet; vollkommen 34
ἐπί m.Gen.Präpositionἐπὶ τῶν ἄλλων bei den anderen Gelegenheiten, sonstἐπὶ μιᾶς τεταγμένοι in einer Linie - ἐπὶ δέκα zehn Mann tiefauf (wo?), an, bei; (kausal:) durch; (distributiv:) zuEpidermis34
δέχομαιδέξομαι
δεχθήσομαι
ἐδεξάμην
ἐδέχθην
δέδεγμαι
δέδεγμαι
annehmen; aufnehmenεἰς χεῖρας δέχομαι handgemein werden, es zum Handgemenge kommen lassen34
ὡς/ ὥσπερKonj_uos. Ιnterrogat. πῶς ὡς ποιῶν τι als ob er etwas machewie, (so) dass, weil, nachdem;
(beim Part.) als ob/ weil;
(vor Zahlen) etwa
ὡς ἂν δύνωμαι so gut ich kann
ὡς τάχιστα möglichst schnell
34
παραγγέλλω τινί + AcIπαραγγελῶ
παραγγελθήσομαι
παρήγγειλα
παρηγγέλθην
παρήγγελκα
παρήγγελμαι
bekannt machen; befehlen 34
συντάττω
<ταγ-Øω
συντάξω
συνταχθήσομαι
συνέταξα
συνετάχθην
συντέταχα
συντέταγμαι
anordnen, in Schlacht-ordnung aufstellenTaktik34
βαθύς, εῖα, ύ s. τὸ βάθος Tiefe tief, hoch; gründlichὄρθρος βαθύς früher Morgen34
ὁ λόφος, ου    Hals, Nacken; Hembusch; Hügel 34
ἐπιχωρέωἐπιχωρήσω κτλ  heranrücken; zugeben 34
ἐξωθέω < Ϝωδjέωἐξώσω
ἐξωσθήσομαι
ἐξέωσα
ἐξεώσθην
ἐξέωκα
ἐξέωσμαι
hinausstoßen; vertreiben 34
ἐγκλίνω ἐγκλινῶ
ἐγκλιθήσομαι
ἐνέκλινα
ἐνεκλίθην
ἐγκέκλικα
ἐγκέκλιμαι
neigen; intr. sich neigen, weichen, sich zur Flucht wenden 34
σφεῖς, σφῶνσφίσι(ν), σφᾶς  sie (Personal- und Reflexivpronomen) 35
διαλύωδιαλύσω κτλs. λύω auflösen, schlichten; zerstören, beenden;
MP sich versöhnen; fortgehen
Dialyse (bei Nierenversagen)35
διδάσκω
τινά + AO/ Inf.
< δι-δαχ-(ι)σκ-ω  
διδάξω
διδαχθήσομαι
ἐδίδαξα
ἐδιδάχθην
δεδίδαχα
δεδίδαγμαι
lehren, darstellen, belehren; vorschreiben, auftragenAutodidakt, Didaktik35
ὀργίζομαι (τινί) Ρὀργισθήσομαιὠργίσθηνὤργισμαιzornig werden (über etw.) 35
λάθρᾳ/λάθρα (m.Gen.)Adv.s. λανθάνω unbemerkt (von), heimlich 35
ἵστημι  √ ἱστα-, στα-, στη-στήσω
σταθήσομαι
ἔστησα
ἐστάθην
ἕστηκα ... ἑστᾶσιν
ἕσταμαι
stellen; (Perf. intr.) hingetreten sein = stehen 35
τὸ τροπαῖον, ουauch τρόπαιον, ουs. τρέπω SiegesdenkmalTrophäe 35
διίστημι
Impf. διίστην
√ἱστα-, στα-, στη-
διαστήσω
διασταθήσομαι
διέστησα
διεστάθην
./.
./.
auseinanderstellen, trennen, entzweien 35
νομίζω
< νομίδ-Øω att.Fut.
νομιῶ
νομισθήσομαι
ἐνόμισα
ἐνομίσθην
νενόμικα
νενόμισμαι
anerkennen, festsetzen; glauben; halten fürνομίζεται es ist Brauch, üblich - οὐ νομιζόμενα  Unerlaubtes36
ἀποσπένδωἀποσπείσω
σπεισθήσομαι
ἀπέσπεισα
ἐσπείσθην
ἔσπεικα
ἔσπεισμαι
ausgießen, spenden; Trankopfer darbringen; M einen Vertrag schließen34536
κοινῇ Αdv.  gemeinsam, öffentlich 36
ἡ σπονδή, ῆς(meist Pl.)s. ἀποσπένδομαι Vertrag  36
παραδίδωμι
√ δω-, δο- / δίδω-, δίδο- 
παραδώσω
παραδοθήσομαι
παρέδωκα
παρεδόθην
παραδέδωκα
παραδέδομαι
übergeben, überlassen 37
οἴχομαι M
√ οἰχ-/ οἰχη- 
οἰχήσομαι
Impf. ᾠχόμην
[ᾠχησάμην]ᾦχημαι/ ᾦχηκαfortgehen; fort sein
(oft mit dem Part. eines Verbs des Gehens)
ἐξελθὼν ᾤχετo er ging hinaus - ᾤχετo αῦτοὺς ἄγων er führte sie fort37